Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

WSJ: Πώς το Brexit αποκάλυψε τον «αδύναμο κρίκο» της Ευρωζώνης, τις ιταλικές τράπεζες


  • Το Brexit έχει επιδεινώσει την ήδη επιβαρυμένη ιταλική τραπεζική κρίση, εκτιμά η Wall Street Journal, σχολιάζοντας ότι η πεποίθηση των αγορών πως το σοκ έχει περάσει, μετά το Brexit, είναι εσφαλμένη.


Ο πλήρης αντίκτυπος της εξόδου θα φανεί λιγότερο στη... Βρετανία και περισσότερο στην Ευρωζώνη, και τον «αδύναμο κρίκο» της, τις ιταλικές τράπεζες, οι οποίες απειλούν να πυροδοτήσουν άλλη μια οικονομική και πολιτική κρίση για το σύνολο της Ευρώπης.

«Οι ιταλικές τράπεζες "κάθονται" πάνω σε 360 δισ. ευρώ χρέους που είναι έτοιμο να σκάσει, όσο δηλαδή το 1/4 του ΑΕΠ της Ιταλίας. Αυτό το χρέος περιλαμβάνει περίπου 200 δισ. ευρώ (που πλέον θεωρούνται μη εισπράξιμα), το οποίο οι τράπεζες έχουν "κουρέψει" κατά 45%, ωστόσο, η αγορά τοποθετεί την αξία του κοντά στο 20%. Αυτό σημαίνει ότι από το σύστημα λείπουν περίπου 40 δισ. ευρώ» γράφει χαρακτηριστικά η Wall Street Journal.

Τώρα, χάρη στο Brexit, οι αγορές φοβούνται ότι αυτή η «τρύπα» μπορεί να γίνει ακόμα μεγαλύτερη.

Οι χαμηλότερες προβλέψεις ανάπτυξης αντανακλούν μεγαλύτερες απώλειες δανείων ενώ η πτώση των αποδόσεων των ιταλικών ομολόγων ασκεί πιέσεις στα περιθώρια των τραπεζών.

Οι μετοχές των ιταλικών τραπεζών έχουν υποχωρήσει πάνω από 30% μετά το Brexit. Μάλιστα, η Morgan Stanley εκφράζει την ανησυχία της για το κατά πόσο οι ιταλικές τράπεζες μπορούν να συγκεντρώσουν χρήματα από τις αγορές.

Σύμφωνα με τη WSJ, οι Ιταλοί αξιωματούχοι έχουν μερίδιο ευθύνης για την κρίση. «Για χρόνια άφησαν την κατάσταση να εξελιχθεί ως ήταν, με την προσδοκία ότι το πρόβλημα θα λυνόταν από μόνο του μέσω της οικονομικής ανάκαμψης και του "μαξιλαριού" κεφαλαίων που διατυμπάνιζαν ότι είχαν οι τράπεζες. Αυτή η προσέγγιση πιθανότατα εξυπηρετούσε και πολιτικές σκοπιμότητες. Πολλές τράπεζες δυσκολεύονταν να βρουν κεφάλαια εξαιτίας των αδιαφανών δομών διακυβέρνησης, ενώ την ίδια στιγμή, το χρέος της γενικής κυβέρνησης αυξανόταν στο 135% του ΑΕΠ, δημιουργώντας ερωτηματικά για την ικανότητα του κράτους να στηρίξει ένα πρόγραμμα ανακεφαλαιοποίησης» αναφέρει το ρεπορτάζ του Σάιμον Νίξον.

Όμως η οικονομία δεν ανέκαμψε ποτέ πλήρως και οι προσπάθειες των τραπεζών να ανακτήσουν τις εγγυήσεις τους βρήκαν τείχος στο αδύναμο δικαστικό σύστημα. Έτσι, οι υποκεφαλαιοποιημένες τράπεζες έγιναν ολοένα και πιο διστακτικές στον δανεισμό, δημιουργώντας ύφεση.

«Τώρα η Ρώμη καλείται να αντιμετωπίσει όλο αυτό το μπέρδεμα υπό πολύ πιο δύσκολες συνθήκες. Με βάση τους νέους ευρωπαϊκούς κανονισμούς, οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να παράσχουν κεφάλαια στις αποτυχημένες τράπεζες πριν να γίνει bail in σε ποσοστό τουλάχιστον 8%» συνεχίζει.

Εκτιμάται ότι αν η Ιταλία αναγκαστεί να ακολουθήσει αυτούς τους κανόνες, θα βρεθεί αντιμέτωπη με πολλαπλές εκκαθαρίσεις τραπεζών και μεγάλες ζημιές για τους απλούς καταθέτες και ομολογιούχους που κατέχουν έως και 250 δισ. ευρώ σε τραπεζικά ομόλογα.

Για το λόγο αυτό, ο Ματέο Ρέντσι επιχείρησε να αναβάλλει τους κανόνες του bail in για έξι μήνες, ώστε εφαρμόσει ένα πρόγραμμα διάσωσης 40 δισ. ευρώ για τις τράπεζες, ωστόσο, η Κομισιόν αρνήθηκε να δώσει το πράσινο φως, υπό τον φόβο ότι το μπλοκ θα χάσει την αξιοπιστία του αν ανακαλέσει πολιτικές που ψήφισε πριν δύο χρόνια.

Αντίθετα, ενέκρινε ένα πακέτο ρευστότητας 150 δισ. ευρώ, με βάση το οποίο η Ευρωζώνη θα λειτουργεί ως εγγυητής για τα ομόλογα των ιταλικών τραπεζών, εφόσον αυτό καταστεί αναγκαίο.

Η Ρώμη αναγκάζεται τώρα να ξεδιαλύνει αυτή την κατάσταση μόνη της, λέει ο Νίξον, και αυτό δείχνει την αποτυχία της Ευρωζώνης, η οποία δημιουργήθηκε για να παρέχει κοινές λύσεις σε κοινά προβλήματα.

«Αν οι Ιταλοί καταθέτες συνειδητοποιήσουν ξαφνικά ότι τους ζητείται να αναλάβουν το κόστος ως αποτέλεσμα της αποτυχίας της Ε.Ε. να αναγνωρίσει τις κοινές προκλήσεις που αντιμετωπίζει εξαιτίας του Brexit, η ζημιά στην νομιμότητα της Ε.Ε. ίσως είναι ανεπανόρθωτη. Και η κρίση στο ιταλικό τραπεζικό σύστημα θα εξελιχθεί σε άλλη μια οικονομική και πολιτική κρίση στην Ευρώπη» καταλήγει το δημοσίευμα.

Blog Widget by LinkWithin