Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Ψάχνοντας "στα τυφλά" για ένα... success story.

 



Η εκτίμηση ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να ξαναβγεί στις αγορές σε λιγότερο από 12 μήνες από σήμερα, μοιάζει περισσότερο με ευχολόγιο. 
Η κυβέρνηση που ξόρκιζε την λογική των «success stories», αναζητά τη δική της μελλοντική ιστορία επιτυχίας...




Το γεγονός πως διατυπώνεται από κυβερνητικά στελέχη και εκπροσώπους ξένων επενδυτικών τραπεζών, λίγο πριν τη διοργάνωση της Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης αλλά κυρίως την εκκίνηση της...δεύτερης αξιολόγησης,δεν αφήνει πολλά περιθώρια για άλλες ερμηνείες πέραν της σκέψης πως εντάσσεται στην προσπάθεια ανάδειξης ενός απαραίτητου για το επενδυτικό κλίμα, αλλά επί της ουσίας αδύναμου ισχυρισμού ότι η οικονομία βελτιώνεται σταδιακά και συνεπώς το έμπλεο φόρων και περικοπών τρίτο μνημόνιο, αποδίδει.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που μέχρι πρόσφατα ξόρκιζε την λογική των «success stories», σπεύδει τώρα να την ασπαστεί χτίζοντας τη δική της μελλοντική ιστορία επιτυχίας για να εμπνεύσει προοπτική και αισιοδοξία, παρότι στην πραγματικότητα διαθέτει ελάχιστα οικοδομικά υλικά για να την υποστηρίξει.

Πρώτα από όλα, η ίδια η οικονομία είναι αυτή που αποτρέπει κάθε σκέψη αυτόνομης χρηματοδότησης από τις αγορές. Το ΑΕΠ κινείται για τέσσερα συνεχόμενα τρίμηνα σε αρνητικό πεδίο και οι όποιες ανοχές της οικονομίας απέναντι σε φαινόμενα κατάρρευσης, δεν είναι αποτέλεσμα της αυξημένης κατανάλωσης, των εξαγωγών και των επενδύσεων που παραμένουν στο ναδίρ, αλλά του απροσδόκητου πλεονεκτήματος που παρέχουν οι χαμηλές τιμές του πετρελαίου, το φτηνό ευρώ και η γεωπολιτική αναταραχή στη γειτονιά μας λόγω της οποίας ο τουρισμός μας γνωρίζει φέτος μια από τις καλύτερες επιδόσεις του.

Οι κίνδυνοι, όμως, είναι μπροστά καθώς οι παραπάνω παράγοντες είναι συγκυριακοί, ενώ η ύφεση όχι και θα χρειαστεί να μεσολαβήσουν πολλά περισσότερα για να νικηθεί. Αυτή βασίζεται στους σταθερούς πυλώνες της ελλιπούς χρηματοδότησης της οικονομίας από το τραπεζικό σύστημα, στην εσωτερική υπερχρεώση, στη διαρκώς αυξανόμενη φορολόγηση των φυσικών προσώπων και των επιχειρήσεων (+1,5 δισ. ευρώ στο πρώτο 6μηνο) λόγω των νέων μέτρων που δεν έχουν εξαντληθεί ακόμη, στην αποθάρρυνση νέων επενδύσεων και μεσοπρόθεσμα στην ανυπαρξία ενός συγκροτημένου παραγωγικού μοντέλου.

Ακόμη και αν η οικονομία «γυρίσει» στα επόμενα τρίμηνα σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης υποβοηθούμενη από τη συγκυρία και από την εξόφληση μέρους των ληξιπρόθεσμων οφειλών του κράτος προς τους προμηθευτές του, όπως προβλέπει το μνημόνιο, η ανάκαμψη αυτή σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των περισσότερων οικονομολόγων, θα είναι ασθενής καθώς το επενδυτικό έλλειμμα εμπιστοσύνης προς την Ελλάδα θα πάρει αρκετό καιρό για να καλυφθεί, ενώ η κατανάλωση από την οποία εξαρτάται κατά περίπου 80% το ελληνικό ΑΕΠ, πολύ δύσκολα θα ανακάμψει αισθητά ώστε να τροφοδοτήσει την ανάπτυξη της οικονομίας.

Πέραν αυτών, «έξοδος στις αγορές» σημαίνει επί της ουσίας αυτόνομη χρηματοδότηση για την ανακύκλωση και την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους, και συνεπώς θα σηματοδοτήσει το τέλος των προγράμματων χρηματοδότησης από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης.

Εκτός και αν μιλάμε για μια «δοκιμαστική» προσπάθεια στα πρότυπα των αντίστοιχων κινήσεων της κυβέρνησης Σαμαρά το 2014, που έγιναν προκειμένου να αντληθούν μικροποσά για να δημιουργηθεί η λεγόμενη «καμπύλη ομολόγων» (3 δισ. ευρώ μέσω 5ετούς έκδοσης με απόδοση 4,95% τον Απρίλιο του 2014 και 1,5 δις. ευρώ μέσω 3ετών ομολόγων με επιτόκιο 3,5% τον Ιούλιο), αλλά επί της ουσίας διευκόλυναν περισσότερο τις τράπεζες και κάποιες μεγάλες ελληνικές εταιρείες να δανειστούν από το εξωτερικό εκδίδοντας εταιρικά ομόλογα με χαμηλότερο κόστος χρήματος.

Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε θεωρητικά στο μέσον του τρίτου προγράμματος ακολουθώντας μια συνταγή η οποία δεν έχει αποδειχθεί αποτελεσματική για την ανάκαμψη, και συνεπώς, είναι πολύ νωρίς για να μιλά κανείς για επαναφορά της εμπιστοσύνης των αγορών απέναντι στο ελληνικό αξιόχρεο. Πολύ δε περισσότερο, όταν δεν υφίσταται ακόμη τελική συμφωνία για τον τρόπο και τον χρόνο που θα υλοποιηθεί η αναδιάρθρωση του χρέους, κομμάτι της οποίας είναι και η προσπάθεια για τη μείωση του στόχου των πρωτογενών πλεονασμάτων ώστε να εξοικονομηθούν πόροι από την πραγματική οικονομία.

Δεν είναι τυχαίο πως παρά την μικρή πραγματική διασπορά στην αγορά, η απόδοση των ελληνικών δεκαετών ομολόγων διαμορφώνεται σταθερά όλους τους τελευταίους μήνες- ακόμη και μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και τη συμφωνία για τον οδικό χάρτη απομείωσης του χρέους- σε επίπεδα υψηλότερα του 8%. Το επιτόκιο αυτό είναι σήμερα προφανώς αποτρεπτικό για δανεισμό, ειδικά αν συγκριθεί με τα μηδενικά επιτόκια δανεισμού πολλών ευρωπαϊκών χωρών και το επιτόκιο 1,5% του ESM, αλλά επειδή ακριβώς θεωρείται εύκολα χειραγωγούμενο, αντικατοπτρίζει την γενικευμένη εντύπωση πως η ελληνική οικονομία έχει να διανύσει ακόμη τεράστια απόσταση μέχρι να ξαναβγει στις αγορές.

Η ουσιαστική συζήτηση θα είχε νόημα να ξεκινήσει εφόσον η κυβέρνηση και οι δανειστές καταλήξουν στη μορφή που θα λάβει τελικά η αναδιάρθρωση του χρέους, όταν η Ελλάδα μετάσχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κρίνει ότι εξυπηρετούνται οι στόχοι βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Μόνο τότε θα δοθεί ένα ξεκάθαρο στίγμα στους πιο ριψοκίνδυνους διεθνείς επενδυτές ότι μπορούν να εμπιστευθούν ξανά τα ελληνικά ομόλογα και να τα αγοράσουν καρπούμενοι το σημαντικό περιθώριο κέρδους που αυτά θα συνεχίσουν να παρουσιάζουν.

Μέχρι τότε, όμως, η κυβέρνηση θα πρέπει να πείσει ότι μπορεί να υλοποιήσει επιτυχώς το μνημόνιο που έφερε περνώντας τους δύσκολους πολιτικούς και οικονομικούς κάβους της επερχόμενης αξιολόγησης, και η Αξιωματική Αντιπολίτευση να αποδείξει ότι αν «κάτι πάει στραβά» διαθέτει συγκροτημένο ή εναλλακτικό σχέδιο εξόδου από την κρίση, εξειδικεύοντας τα όσα θεωρητικά ευαγγελίζεται περί μεταρρυθμίσεων, ανάπτυξης 4% και μείωσης δαπανών και φόρων.


Του κ.Β.Γεωργά

Blog Widget by LinkWithin