Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

Μεταπτυχιακές σπουδές: Σε εντελώς λάθος κατεύθυνση το νέο νομοσχέδιο...

  • Σε εντελώς λάθος κατεύθυνση το νομοσχέδιο για τις μεταπτυχιακές σπουδές στην Ελλάδα
  • Αναμένεται να οδηγήσει σε σημαντική υποβάθμιση του έργου σε πολλά ΑΕΙ.
  • Πώς αποδομούνται τα επιχειρήματα υπέρ της κατάργησης των διδάκτρων.


Αυτή την περίοδο βρίσκεται σε διαβούλευση το νομοσχέδιο σχετικά με τις μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές, το οποίο, μεταξύ άλλων, καταργεί πρακτικά τα...δίδακτρα αλλά και τις αμοιβές των καθηγητών που διδάσκουν στα μεταπτυχιακά. Παρά τις ενδεχομένως καλές προθέσεις, κατά τη γνώμη μου, είναι σε εντελώς λάθος κατεύθυνση και θα οδηγήσει σε σημαντική υποβάθμιση του παραγόμενου έργου σε πολλά ΑΕΙ. Θα επικεντρωθώ στα δύο θέματα που ανέφερα παραπάνω και θα επιχειρήσω να εξηγήσω το γιατί.
Πρώτον, ένα επιχείρημα που έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον υπέρ της συνολικής κατάργησης των διδάκτρων είναι το ότι κάποια Ιδρύματα μπορούν και παρέχουν μεταπτυχιακά χωρίς δίδακτρα και άρα, θα έπρεπε όλα να μπορούν να κάνουν το ίδιο. Το επιχείρημα δεν λαμβάνει υπόψη το ότι υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των ΑΕΙ.

Για παράδειγμα, κάποια ιδρύματα μπορούν και προσφέρουν περιορισμένο αριθμό μεταπτυχιακών προγραμμάτων χωρίς δίδακτρα, είτε επειδή διαθέτουν τον τριπλάσιο αριθμό καθηγητών από άλλα ΑΕΙ, είτε επειδή σε κάποια επιστημονικά πεδία είναι δυνατή η παροχή μεταπτυχιακών χωρίς σημαντικές επενδύσεις σε τεχνολογικό/εκπαιδευτικό εξοπλισμό. Κατά συνέπεια, το να εφαρμόσει κάποιος τον ίδιο κανόνα σε όλα τα ΑΕΙ θα είχε νόημα μόνον εάν ήταν τα μεγέθη αλλά και τα επιστημονικά πεδία συγκρίσιμα, κάτι που δεν ισχύει.

Δεύτερον, ένα πολύ σημαντικό θέμα είναι η πρόσβαση οικονομικά ασθενέστερων φοιτητών στη μεταπτυχιακή εκπαίδευση. Η πολιτική ηγεσία θέλει, και πολύ καλά κάνει, να εξασφαλίσει ότι η αδυναμία πληρωμής διδάκτρων δεν θα αποκλείσει έναν υποψήφιο από το αγαθό της μεταπτυχιακής εκπαίδευσης. Τα περισσότερα ΑΕΙ, όμως, έχουν ήδη αντιμετωπίσει αυτό το θέμα με ένα σύνολο δράσεων: πλήρεις ή/και μερικές υποτροφίες, βραβεία ακαδημαϊκής επίδοσης, οικονομικές διευκολύνσεις κ.λπ. Η πολιτική ηγεσία θα μπορούσε να ορίσει ότι ένα ποσοστό (π.χ. 5%-10%) του προϋπολογισμού κάθε προγράμματος θα πηγαίνει υποχρεωτικά σε υποτροφίες. Έτσι, θα μπορούσε να πετύχει τον στόχο της χωρίς ταυτόχρονα να πλήξει την αυτοχρηματοδότηση των υφιστάμενων προγραμμάτων.

Ένα τρίτο επιχείρημα είναι ότι κάποια ΑΕΙ προσφέρουν πάρα πολλά μεταπτυχιακά με δίδακτρα. Το επιχείρημα αγνοεί ότι σε κάποια επιστημονικά πεδία (MBA, οικονομικά, ναυτιλιακά, μεταξύ άλλων) υπάρχει αυξημένη ζήτηση για εξειδικευμένα μεταπτυχιακά. Η ζήτηση είναι αυξημένη επειδή, σε περίοδο κρίσης, με δίδακτρα που κυμαίνονται μεταξύ 4.000 και 8.000 € (ανάλογα με το πρόγραμμα) μπορεί ένας Έλληνας υποψήφιος να έχει πρόσβαση σε μεταπτυχιακές σπουδές (όπου διδάσκουν καθηγητές με διεθνή εμπειρία και κορυφαίες επιστημονικές δημοσιεύσεις), ανάλογης ποιότητας με αυτή που θα λάμβανε σε ένα καλό ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο, στο οποίο όμως τα δίδακτρα κυμαίνονται από 20.000 έως 40.000 ευρώ, και χωρίς να επωμιστεί επιπλέον το κόστος διαβίωσης σε μία ξένη χώρα. Η σχεδόν μηδενική ανεργία των αποφοίτων πολλών τέτοιων ελληνικών προγραμμάτων, αλλά και η ευκολία με την οποία αρκετοί απόφοιτοι βρίσκουν δουλειά στο εξωτερικό, απλά επιβεβαιώνει την αποδοχή των προγραμμάτων αυτών από την αγορά.

Το τέταρτο επιχείρημα κατά των διδάκτρων είναι ότι κάποια προγράμματα έχουν πολύ υψηλά (για την Ελλάδα) δίδακτρα. Η άποψη αυτή δεν λαμβάνει υπόψη την ανταποδοτικότητα, δηλαδή τι είδους υπηρεσίες προσφέρει το κάθε μεταπτυχιακό στους φοιτητές του.

Για παράδειγμα, στο Τμήμα μας δεν μπορούμε να διανοηθούμε σύγχρονη μεταπτυχιακή εκπαίδευση στη Λογιστική & Χρηματοοικονομική, χωρίς κατάλληλα εξοπλισμένα εργαστήρια, πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων (π.χ. DataStream, Bloomberg κ.λπ.), άδειες και λογισμικό ποσοτικής ανάλυσης δεδομένων, πρόσβαση σε ερευνητικές εργασίες, συνεργασίες με ξένα πανεπιστήμια, συνέδρια, σεμινάρια, ομιλητές από το εξωτερικό κ.λπ.

Λόγω και των υποδομών αυτών, η QS World University Rankings 2016 κατατάσσει το μεταπτυχιακό μας στη θέση 101-150 παγκοσμίως και στη θέση 35 στην Ευρώπη. Επίσης, άλλα προγράμματα (MBA International, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΟΠΑ) έχουν λάβει πιστοποιήσεις από διεθνείς οργανισμούς, κάτι που δίνει στους φοιτητές ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα στη διεθνή αναγνώριση του πτυχίου τους (ανταποδοτικότητα), και αυτός είναι και ο λόγος που το πρόγραμμα προσελκύει και φοιτητές από το εξωτερικό.

Όλα αυτά κοστίζουν ακριβά και δεν μπορούν να καλυφθούν από την κρατική χρηματοδότηση. Το κόστος τέτοιων υπηρεσιών διαφέρει ανάλογα με την ειδικότητα και αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τις διαφοροποιήσεις στο ύψος των διδάκτρων.

Το νομοσχέδιο επίσης πρακτικά καταργεί και τις αμοιβές των καθηγητών που διδάσκουν σε αυτά τα προγράμματα. Εδώ πρέπει να είμαστε απόλυτα ξεκάθαροι για όσους αναγνώστες δεν γνωρίζουν τι πραγματικά συμβαίνει. Η όποια αμοιβή είναι καθαρά «υπερωριακή», δηλαδή αφού ένας καθηγητής έχει εξαντλήσει τον εκ του νόμου καθορισμένο φόρτο εργασίας του, αμείβεται για τυχόν απασχόληση πέραν αυτού του ορίου (επίσης, ο υφιστάμενος νόμος προβλέπει ήδη και ένα «πλαφόν» στις επιπλέον αμοιβές).

Πληροφοριακά, αναφέρω ότι κάποια σε ΑΕΙ, όπως εμείς στο ΟΠΑ, έχουμε αποφάσεις Συγκλήτου (δημοσιευμένες σε ΦΕΚ) όπου καθορίζουν ακριβώς αυτό. Στην πραγματικότητα, λόγω της υποστελέχωσης και του παγώματος νέων διορισμών, σε κάποια τμήματα διδάσκουμε στα προπτυχιακά ακόμα περισσότερο και από τον υποχρεωτικό φόρτο (χωρίς αμοιβή, εννοείται), προκειμένου να βγει το πρόγραμμα χωρίς προβλήματα. Δεν είναι ούτε εφικτό αλλά ούτε και ηθικά σωστό να υποχρεώνει η Πολιτεία σε δωρεάν εργασία.

Ένα άλλο επιχείρημα που έχει χρησιμοποιηθεί υπέρ της κατάργησης των διδάκτρων ή/και των αμοιβών είναι ότι τα μεταπτυχιακά έχουν δημιουργηθεί προκειμένου να αμείβονται οι καθηγητές που διδάσκουν σε αυτά. Προσωπικά αμφιβάλλω ότι αυτό ισχύει για κάποιο ΑΕΙ, προκειμένου όμως ο αναγνώστης να καταλάβει γιατί το επιχείρημα αυτό δεν έχει απολύτως καμία βάση αναφέρω το εξής: στο ΟΠΑ ο μέσος όρος αμοιβών προσωπικού ως % του προϋπολογισμού κάθε προγράμματος είναι γύρω στο 24%, μαζί με τις αμοιβές καθηγητών από το εξωτερικό.

Κατά τη γνώμη μου, η κατάργηση των διδάκτρων και της αποζημίωσης της υπερωριακής απασχόλησης στα μεταπτυχιακά θα έχει σημαντικές παράπλευρες απώλειες για πολλά ΑΕΙ, αλλά και για την ελληνική οικονομία. Συνολικά, το κόστος των προτεινόμενων αλλαγών θα είναι πολύ μεγαλύτερο από το όποιο όφελος.

Πρώτον, θα οδηγήσει νομοτελειακά στην υποβάθμιση των προπτυχιακών σπουδών, σε πολλά ΑΕΙ. Για παράδειγμα, το ΟΠΑ εξακολουθεί να παρέχει υψηλού επιπέδου προπτυχιακή εκπαίδευση, παρά τη μείωση της κρατικής χρηματοδότησης κατά 60% (μεταξύ 2009 και 2016), χάρη και στους πόρους που παρακρατεί από τα μεταπτυχιακά: το 35% περίπου από τα δίδακτρα πηγαίνει υπέρ του οικείου ΑΕΙ και ΕΛΚΕ (πόροι).

Δεύτερον, πολλά ποιοτικά και διεθνώς αναγνωρισμένα μεταπτυχιακά προγράμματα στην Ελλάδα πολύ απλά δεν θα μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στο κόστος λειτουργίας τους και πολλές οικογένειες θα επιβαρυνθούν οικονομικά προτιμώντας να στείλουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό. Ο κάθε καλοπροαίρετος αναγνώστης αντιλαμβάνεται, φυσικά, ότι αυτό θα πλήξει τις χαμηλές και μεσαίες εισοδηματικές τάξεις.

Τρίτον, εάν δεχθούμε ότι ο συνολικός κύκλος εργασιών των μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα είναι περίπου 75 εκατ., γύρω στο 50% αυτού του ποσού επιστρέφει στο Δημόσιο (πόροι, ΦΠΑ, φορολογία εισοδήματος, διάφορες εισφορές κ.λπ.). Είναι σε θέση το Υπουργείο να αναπληρώσει αυτό το ποσό;

Τέταρτον, το εργασιακό μέλλον ενός σημαντικού αριθμού εξειδικευμένου και ικανού διοικητικού προσωπικού που πληρώνεται κατευθείαν από τους ιδιωτικούς πόρους των μεταπτυχιακών είναι αβέβαιο.

Άρθρο του κ.Σπ.Ι.Σπύρου,
Καθηγητή Χρηματοοικονομικής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
& Διευθυντή Μεταπτυχιακού Προγράμματος Λογιστικής & Χρηματοοικονομικής.

Blog Widget by LinkWithin