- Σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις κάθε κομματικό επιτελείο θέτει ένα διπλό διακύβευμα ως προς τη στρατηγική του: Να πετύχει τη μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση και να βρει τον καλύτερο δυνατό τρόπο προσέγγισης των αναποφάσιστων.
Στην τρέχουσα εκλογική αναμέτρηση, η οποία αποτελεί... αποτέλεσμα καταιγιστικών εξελίξεων με κατάληξη την ψήφιση του τρίτου Μνημονίου, η στόχευση των κομμάτων -ειδικά των δύο διεκδικητών της πρωτιάς, ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ- επικεντρώθηκε στους αναποφάσιστους, που εξ αρχής εμφάνιζαν μεγάλα ποσοστά.
Οι πρώτες προεκλογικές δημοσκοπήσεις τους μετρούσαν έως και 25%- ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους δεν είχε αποφασίσει για την ψήφο του.
Στις τελευταίες δημοσκοπήσεις αυτό το ποσοστό είχε μειωθεί αισθητά, ωστόσο μετρήθηκε στο 10% (περίπου 600.000 ψηφοφόροι), ποσοστό εξαιρετικά υψηλό για δύο- τρεις ημέρες πριν από τις εκλογές.
Λαμβάνοντας υπόψιν την πλειονότητα των δημοσκοπήσεων, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η διαφορά ανάμεσα σε ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ είναι οριακή και κινείται στα όρια του στατιστικού λάθους.
Ως εκ τούτο, το κλειδί της νίκης για ένα από τα δύο κόμματα το κρατάνε οι αναποφάσιστοι, που πολλοί εξ αυτών αναμένεται να λάβουν την τελική απόφαση μέσα στο παραβάν.
Στην προσπάθεια τους να κερδίσουν τους αναποφάσιστους τα δύο κόμματα του "μικρού δικομματισμού" μετήλθαν πολλών μεθόδων- παραδοσιακών με διαφημίσεις και ανοιχτές συγκεντρώσεις, αλλά και καινοφανών όπως το debate Τσίπρα- Μεϊμαράκη.
Ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξαν να εστιάσουν στο δίλημμα "Τσίπρας ή Μεϊμαράκης", στη λογική ότι στις εκλογές επιλέγουμε πρωθυπουργό, και με την πεποίθηση ότι οι νέοι ψηφοφόροι, που ψηφίζουν για πρώτη φορά, βρίσκονται πιο κοντά στο κόμμα τους.
Απεναντίας, ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης έθεσε ως κεντρικό μήνυμα της εκστρατείας του τη συναίνεση και τη συνεννόηση, κάνοντας διαρκώς ανοίγματα -ακόμα και- προς τον ΣΥΡΙΖΑ με σκοπό τη συγκρότηση κυβέρνησης συνεργασίας, ανεξαρτήτως του νικητή.
Συνεπώς, οι αναποφάσιστοι βρίσκονται σε θέση ευθύνης, καθώς αποτελούν επί της ουσίας τους κλειδούχους των εξελίξεων.
