- Το δύσκολο έργο της αποκατάστασης της αξιοπιστίας ενός παγκόσμιου brand όπως αυτού της VW κλήθηκε να αναλάβει ο νέος διευθύνων σύμβουλος της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, Ματίας Μίλερ.
Ο Μίλερ, ο οποίος μέσα στον μήνα θα παρουσιάσει στις... ρυθμιστικές αρχές μια τεχνική λύση για να αφαιρέσει το λογισμικό από τη συγκεκριμένη «παρτίδα» πετρελαιοκίνητων οχημάτων, προωθεί ένα γενικότερο σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης που έπληξε το κύρος του γερμανικού κολοσσού. Σε πρώτη φάση έχει αναθέσει στην Jones Day, ένα δικηγορικό γραφείο στις ΗΠΑ, να διενεργήσει έρευνα σχετικά με το πώς συνέβη η εξαπάτηση των εκπομπών ρύπων.
Σύμφωνα με τον 62χρονο Ανατολικογερμανό, το συγκεκριμένο σχέδιο δράσης στοχεύει στο να επανακτηθεί η χαμένη εμπιστοσύνη από τους καταναλωτές και την αγορά. Επεσήμανε χαρακτηριστικά ότι «χρειαζόμαστε μια αδυσώπητη και συστηματική έρευνα», προσθέτοντας ότι «θα μάθουμε από τα λάθη μας». Στο πλαίσιο του σχεδίου αυτού, θα προβεί κατ' αρχήν σε μαζικές ανακλήσεις των 11 εκατομμυρίων οχημάτων της με το «πειραγμένο» λογισμικό.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η αποκατάσταση του λογισμικού θα κοστίσει στον όμιλο περί τα 6,5 δισ. δολάρια, ενώ είναι άγνωστο πώς θα επηρεαστούν στη συνέχεια η εκπομπή ρύπων και η κατανάλωση καυσίμων των οχημάτων του ομίλου. Παράλληλα, θα δοθεί μεγαλύτερη αυτονομία στην κομβική μονάδα της Volkswagen, η οποία έχει να αντιμετωπίσει τα χρόνια υψηλά πάγια κόστη και τα περιορισμένα περιθώρια κέρδους, ώστε να καταστεί πιο ευέλικτη.
Απευθυνόμενος σε κεκλεισμένων των θυρών συνεδρίαση 1.000 υψηλόβαθμων διευθυντών που πραγματοποιήθηκε στην έδρα της VW στο Βόλφσμπουργκ, ο Μίλερ ο οποίος στις 26 Σεπτεμβρίου αντικατέστησε τον Μάρτιν Βίντερκορν, δήλωσε ότι «η εταιρεία αντιμετώπισε τη μεγαλύτερη δοκιμασία στην ιστορία μας. Μπροστά μας έχουμε έναν πολύ δύσκολο δρόμο να οδεύσουμε και πάρα πολύ σκληρή δουλειά. Μαζί θέλω να αποδείξουμε στον κόσμο ότι η Volkswagen αξίζει την εμπιστοσύνη του». Τέλος, θα δοθεί έμφαση στο κομμάτι της επικοινωνίας και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, κάτι το οποίο, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, μεταφράζεται σε αύξηση της διαφημιστικής δαπάνης.
