Ένας επίμονος βήχας δεν είναι πάντα ένα απλό κρυολόγημα... - Greece-Salonika| Ενημέρωση και Άποψη

NEWSROOM

Post Top Ad

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

Ένας επίμονος βήχας δεν είναι πάντα ένα απλό κρυολόγημα...


  • Αλήθεια έχει αναρωτηθεί κανείς από εμάς, πόσο αθώο μπορεί να είναι ένα λαχάνιασμα, ή ένας επίμονος, για μερικά λεπτά, βήχας;
  • Ή τι μπορεί να κρύβει μιας δύσπνοια ειδικά σε όσους καπνίζουν;


Πολλές φορές όλα αυτά τα συμπτώματα τα θεωρούμε απλά συγκυριακά ή γενικά δεν αποδίδουμε τη...βαρύτητα την οποία θα έπρεπε, και δυστυχώς δεν απευθυνόμαστε σε ειδικούς γιατρούς και δη πνευμονολόγους για να αξιολογήσουν την εικόνα της υγείας μας. Η σημασία μιας τέτοιας κίνησης είναι απόλυτα αναγκαία, καθώς πίσω από όλα αυτά τα συμπτώματα μπορεί να κρύβεται μια σοβαρή νόσος, η Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια, η οποία παρουσιάζει μεγάλη εξάπλωση στη χώρα και ειδικά στα άτομα μεγαλύτερη ηλικίας.

Ειδικότερα, σύμφωνα με έρευνα την οποία πραγματοποίησε η Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας σε συνεργασία με την Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία και την επιμελήθηκαν ο καθηγητής κ. Νίκος Μανιαδάκης και η επιστημονική συνεργάτης της σχολής, Γεωργία Κουρλαμπά, η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) αποτελεί μια από της κυριότερες αιτίες ανικανότητας και θανάτων παγκοσμίως, με την εξάπλωσή της ανάλογα με τη χώρα, οποία κυμαίνεται μεταξύ 5% και 13% στο σύνολο του πληθυσμού. Παρά όμως τις διαστάσεις της νόσου και τις σημαντικές προσπάθειες που έχουν ως στόχο την καλύτερη κατανόηση και την πρόληψη της επιβάρυνσης από αυτή, η αναχαίτισή της είναι αρκετά δύσκολη και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει προβλέψει ότι, έως το 2030, η ΧΑΠ θα γίνει η τρίτη πιο συχνή αιτία θανάτου παγκοσμίως.



Πέρα από τη σημασία της ασθένειας ο προς την πρόκληση ιδιαίτερα επιβλαβών συνεπειών στον οργανισμό μας, πολλές μελέτες έχουν αναφέρει και τις επιπτώσεις της στην ποιότητα ζωής των ασθενών με ΧΑΠ. Όμως, παρά τη σημαντική επίδραση που φαίνεται να έχει η ΧΑΠ στους ασθενείς, στα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης και στην οικονομία, δεν υπάρχουν καθόλου δεδομένα για την επίδραση της ΧΑΠ στις καθημερινές δραστηριότητες και στην παραγωγικότητα των ασθενών. Αυτή η έλλειψη στοιχείων μπορεί να οδηγήσει σε υποεκτίμηση της πραγματικής επίδρασης της νόσου και, ως εκ τούτου, της ανάγκης για μία ολιστική προσέγγιση στη διαχείριση της ΧΑΠ λαμβάνοντας υπόψη την επιβάρυνση από τη νόσο στις καθημερινές δραστηριότητες.
Σύμφωνα με την έρευνα, αποκαλύφθηκε ότι στην Ελλάδα το 10,6% του πληθυσμού πάσχει από ΧΑΠ με την πλειονότητα (54,1%) να είναι άντρες και ειδικά ηλικίας άνω των 70 ετών (41,3%). Περίπου το 8% των συμμετεχόντων στην έρευνα είχαν διαγνωστεί με ΧΑΠ κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους, ενώ το μέσο χρονικό διάστημα που είχε μεσολαβήσει από τη διάγνωση ήταν 9,4 έτη. Περίπου το ένα τρίτο των ατόμων με ΧΑΠ (29,3%) ανέφεραν ότι συνεχίζουν το κάπνισμα. Η υπέρταση (51,6%) και ο διαβήτης (20,2%) ήταν μεταξύ των πιο συχνά αναφερόμενων ασθενειών, από τις οποίες επίσης πα΄σχουν τα ίδια άτομα. .
Περίπου το ένα τρίτο των συμμετεχόντων (35%) ανέφεραν «λαχάνιασμα κατά το γρήγορο βάδισμα σε επίπεδο ή σε ελαφρώς κεκλιμένο έδαφος», ενώ μόνο το 9% των συμμετεχόντων ανέφεραν ότι παρουσιάζουν σοβαρή αναπνευστική δυσχέρεια. Αναφορικά με την αντιλαμβανόμενη από τον ασθενή βαρύτητα της ΧΑΠ , η πλειοψηφία των συμμετεχόντων θεωρούσαν ότι η αναπνευστική τους πάθηση ήταν μέτριας βαρύτητας (34,2%) και ακολουθούσαν εκείνοι που θεωρούσαν ότι η αναπνευστική τους πάθηση είναι ήπιας βαρύτητας (33,9%).
Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της έρευνας ήταν, ότι μόνο το 57,7% των συμμετεχόντων είχαν υψηλού βαθμού συμμόρφωση με τη φαρμακευτική τους αγωγή, ενώ το 13,6% εμφάνιζαν χαμηλού βαθμού συμμόρφωση. Επίσης όσον αφορά στην ποιότητα ζωής των συμμετεχόντων, κατά μέσο όρο οι ασθενείς ταξινομήθηκαν στο επίπεδο της μέτριας ποιότητας ζωής ενώ συγκρινόμενη με άλλες χώρες στις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία είναι η Ελλάδα βρίσκεται στη χαμηλότερη θέση. Επιπλέον, κατά τη σύγκριση αυτών των αποτελεσμάτων με διαφορετικές διαγνώσεις στην Ελλάδα, φαίνεται ότι η ΧΑΠ έχει χειρότερη ποιότητα ζωής σε σύγκριση με απειλητικές για τη ζωή παθήσεις όπως η στεφανιαία νόσος και η καρδιακή ανεπάρκεια.
Επίσης, αξιολογήθηκε η επίδραση των συμπτωμάτων σε μία σειρά ψυχολογικών μεταβλητών που σχετίζονται με το άγχος και τη δυσφορία. Πάνω από τους μισούς συμμετέχοντες (52,7%) ανησυχούν για την εκδήλωση παροξυσμών ή πανικού όταν «δεν μπορούν να πάρουν ανάσα» (61,3%). Επιπλέον, το 73% (περίπου τα τρία τέταρτα) των συμμετεχόντων θεωρούν ότι το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης μπορεί να τους προσφέρει περισσότερα από αυτά που ήδη τους προσφέρει