Πρώτο κόμμα στη χώρα!
Το 2006 ιδρύθηκε στην Σουηδία το κόμμα των Πειρατών με βασικό πολιτικό αίτημα την... ελευθερία δεδομένων στο ίντερνετ και την αναθεώρηση των νομών περί πνευματικής ιδιοκτησίας.
Οι όψιμοι θαυμαστές της ιστοσελίδας Pirate Bay προέβησαν σε μια κίνηση που ήταν αποκύημα των γρήγορων ιντερνετικών καιρών της Νέας Χιλιετηρίδας και της ανάγκης για όλο και περισσότερη ελευθερία στην διακίνηση ιδεών και προϊόντων της ανθρώπινης διάνοιας –μια αντισταθμιστική κίνηση ως αντίβαρο στην ολοένα και πιο περιορισμένη ελευθερία των πολιτικών και προσωπικών δικαιωμάτων που βίωνε η ανθρωπότητα μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001.
Έκτοτε το κόμμα εξαπλώθηκε σε σχεδόν 60 χώρες, χωρίς όμως να καταφέρει να αναδειχθεί κάπου, σε κοινοβουλευτικό επίπεδο. Με μια εξαίρεση: την Ισλανδία, το μικρό κι απομονωμένο νησί των 340.000 κατοίκων.
Στις εκλογές του 2013, το Κόμμα Πειρατών Ισλανδίας (ή Píratar στη γλώσσα τους) συγκέντρωσε το 5,10% των ψήφων, κερδίζοντας 3 από τις συνολικά 63 έδρες στο Αλθίνγκι, το κοινοβούλιο της Ισλανδίας, ενώ έχουν παρουσία και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Από τότε, οι «Πειρατές» έχουν σημειώσει μια στρατοσφαιρική άνοδο των ποσοστών δημοτικότητας τους, καθώς από το 12,8% του Φεβρουαρίου 2015, το ποσοστό τους εκτινάχθηκε το περασμένο καλοκαίρι στο 24% ενώ στην πιο πρόσφατη δημοσκόπηση, του Νοεμβρίου/Δεκεμβρίου 2015, το Píratar ξεπέρασε το φράγμα του 35%, ένα ποσοστό που τους καθιστά αυτοστιγμεί ως το επικρατέστερο να κερδίσει τις εκλογές, αν διεξάγονταν αυτή τη στιγμή στην Ισλανδία.
Με το κόμμα να «τσιμπάει» πάνω από είκοσι ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε διάστημα ενός μόλις έτους, είναι λογικό τα μέλη του κόμματος να έχουν αναθαρρήσει –αλλά όχι επειδή «οσμίζονται» την καρέκλα της εξουσίας να πλησιάζει, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Απεναντίας.
Η ανεπίσημη ηγέτης της παράταξης (ανεπίσημη, γιατί στο καταστατικό ορίζεται ρητά πως δεν θα υπάρχει ένας de facto επικεφαλής) Μπιργκίτα Γιονσντότιρ λέει σήμερα πως είναι «πανέτοιμη να σχηματίσει μια κυβέρνηση, σε περίπτωση διενέργειας εκλογών».
«Όμως αν το κάνουμε αυτό, θέλουμε να γίνουμε οι Ρομπέν των Δασών των κυβερνήσεων και να μεταφέρουμε την εξουσία από τους πολιτικούς στο κοινό», είπε η Γιονσντότιρ μιλώντας στον βρετανικό The Independent.
Ανάμεσα στις πολλές μεταρρυθμιστικές πολιτικές της ατζέντας τους συμπεριλαμβάνεται μια νέα, συμμετοχική δημοκρατία, που θα επιτρέπει στο εκλογικό σώμα να καθοδηγεί τη Βουλή για όλα τα ακανθώδη εθνικά ζητήματα μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας της e-δημοκρατίας.
Κάπως έτσι, με προτάσεις επί προτάσεων και συζήτηση στα εθνικά φόρα, όλοι οι Ισλανδοί πολίτες θα μπορούν να έχουν άμεση επίδραση πάνω σε όλες τις αποφάσεις του κοινοβουλίου.
«Το εκλογικό σώμα στη χώρα μου έχει βαρεθεί την διαφθορά και την οικογενειοκρατία. Το κόμμα μας ασφαλώς και δεν θα καταφέρει να λύσει όλα τα προβλήματα μονομιάς, όμως θα προσφέρει μια σειρά από νέους κανόνες βάσει των οποίων λειτουργούμε κι εμείς εσωτερικά μέσα στην παράταξη», τονίζει με ρεαλισμό η Γιονσντότιρ.
Ωστόσο, η ποιήτρια, συγγραφέας κι ενεργή ακτιβίστρια Γιονσντότιρ, που είναι εκείνη που ίδρυσε το κόμμα στις 24 Νοεμβρίου 2012, φροντίζει να κρατάει χαμηλούς τόνους, υποστηρίζοντας πως «δεν ξέρω γιατί απολαμβάνουμε τόσης εμπιστοσύνης από τον κόσμο, είμαστε όλοι έκπληκτοι και ευγνώμονες. Όμως λαμβάνουμε αυτά τα ποσοστά κυρίως ως ένδειξη της έλλειψης εμπιστοσύνης προς τα συμβατικά κόμματα».
Ο ισχυρισμός της είναι σωστός, αλλά… έτερον εκάτερον: η λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις που κόντεψαν να οδηγήσουν την χώρα στο χείλος της οικονομικής κατάρρευσης τον Οκτώβριο του 2008 μετατράπηκε γρήγορα σε ξεκάθαρη λαϊκή προτίμηση προς την κατεύθυνση όλων εκείνων των νέων κομμάτων που σκέφτονταν… εναλλακτικά. «Έξω από το κουτί», που λένε και οι Βρετανοί.
Ένα πρώτο σημάδι εναλλακτικής σκέψης ήταν πως με πρωτοβουλία του κόμματος των Πειρατών, πριν μερικούς μήνες, η Ισλανδική Βουλή κατάργησε έναν... απαρχαιωμένο νόμο περί βλασφημίας.
Η πρόταση των τριών βουλευτών των Πειρατών, του Γιόν Πορ Oλαφσον, του Χέλγκι Γκούναρσον και της Γιονσντότιρ, έγινε με αφορμή την τρομοκρατική επίθεση στα γραφεία του σατιρικού περιοδικού «Charlie Hebdo», στις 7 Ιανουαρίου 2015.
Στο νέο νομοσχέδιο χαρακτηρίστηκε ως«ουσιώδης η δυνατότητα των πολιτών να εκφράζονται ελεύθερα χωρίς τον φόβο της τιμωρίας», ανατρέποντας ουσιαστικά τον νόμο περί βλασφημίας που είχε τεθεί σε ισχύ το 1940 και προέβλεπε ποινή φυλάκισης τριών μηνών ή επιβολή χρηματικού προστίμου για όσους «γελοιοποιούσαν ή προσέβαλαν τα δόγματα και τις λατρευτικές εκδηλώσεις των αναγνωρισμένων θρησκειών».
Το μόνο σίγουρο είναι πως, αν τελικά γίνουν εκλογές, οι Πειρατές αν δεν καταφέρουν να αναδειχθούν πρώτο κόμμα, θα αποτελέσουν σημαντικό κομμάτι του επόμενου κυβερνητικού συνασπισμού που θα αναλάβει τα ηνία της χώρας.
Είναι όμως δυνατό κάτι τέτοιο;
«Σε αυτούς τους παράξενους καιρούς που ζούμε, όλα είναι πιθανά» καταλήγει με νόημα η Γιονσντότιρ.
Το 2006 ιδρύθηκε στην Σουηδία το κόμμα των Πειρατών με βασικό πολιτικό αίτημα την... ελευθερία δεδομένων στο ίντερνετ και την αναθεώρηση των νομών περί πνευματικής ιδιοκτησίας.
Οι όψιμοι θαυμαστές της ιστοσελίδας Pirate Bay προέβησαν σε μια κίνηση που ήταν αποκύημα των γρήγορων ιντερνετικών καιρών της Νέας Χιλιετηρίδας και της ανάγκης για όλο και περισσότερη ελευθερία στην διακίνηση ιδεών και προϊόντων της ανθρώπινης διάνοιας –μια αντισταθμιστική κίνηση ως αντίβαρο στην ολοένα και πιο περιορισμένη ελευθερία των πολιτικών και προσωπικών δικαιωμάτων που βίωνε η ανθρωπότητα μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001.
Έκτοτε το κόμμα εξαπλώθηκε σε σχεδόν 60 χώρες, χωρίς όμως να καταφέρει να αναδειχθεί κάπου, σε κοινοβουλευτικό επίπεδο. Με μια εξαίρεση: την Ισλανδία, το μικρό κι απομονωμένο νησί των 340.000 κατοίκων.
Στις εκλογές του 2013, το Κόμμα Πειρατών Ισλανδίας (ή Píratar στη γλώσσα τους) συγκέντρωσε το 5,10% των ψήφων, κερδίζοντας 3 από τις συνολικά 63 έδρες στο Αλθίνγκι, το κοινοβούλιο της Ισλανδίας, ενώ έχουν παρουσία και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Από τότε, οι «Πειρατές» έχουν σημειώσει μια στρατοσφαιρική άνοδο των ποσοστών δημοτικότητας τους, καθώς από το 12,8% του Φεβρουαρίου 2015, το ποσοστό τους εκτινάχθηκε το περασμένο καλοκαίρι στο 24% ενώ στην πιο πρόσφατη δημοσκόπηση, του Νοεμβρίου/Δεκεμβρίου 2015, το Píratar ξεπέρασε το φράγμα του 35%, ένα ποσοστό που τους καθιστά αυτοστιγμεί ως το επικρατέστερο να κερδίσει τις εκλογές, αν διεξάγονταν αυτή τη στιγμή στην Ισλανδία.
Με το κόμμα να «τσιμπάει» πάνω από είκοσι ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε διάστημα ενός μόλις έτους, είναι λογικό τα μέλη του κόμματος να έχουν αναθαρρήσει –αλλά όχι επειδή «οσμίζονται» την καρέκλα της εξουσίας να πλησιάζει, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Απεναντίας.
Η ανεπίσημη ηγέτης της παράταξης (ανεπίσημη, γιατί στο καταστατικό ορίζεται ρητά πως δεν θα υπάρχει ένας de facto επικεφαλής) Μπιργκίτα Γιονσντότιρ λέει σήμερα πως είναι «πανέτοιμη να σχηματίσει μια κυβέρνηση, σε περίπτωση διενέργειας εκλογών».
«Όμως αν το κάνουμε αυτό, θέλουμε να γίνουμε οι Ρομπέν των Δασών των κυβερνήσεων και να μεταφέρουμε την εξουσία από τους πολιτικούς στο κοινό», είπε η Γιονσντότιρ μιλώντας στον βρετανικό The Independent.
Ανάμεσα στις πολλές μεταρρυθμιστικές πολιτικές της ατζέντας τους συμπεριλαμβάνεται μια νέα, συμμετοχική δημοκρατία, που θα επιτρέπει στο εκλογικό σώμα να καθοδηγεί τη Βουλή για όλα τα ακανθώδη εθνικά ζητήματα μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας της e-δημοκρατίας.
Κάπως έτσι, με προτάσεις επί προτάσεων και συζήτηση στα εθνικά φόρα, όλοι οι Ισλανδοί πολίτες θα μπορούν να έχουν άμεση επίδραση πάνω σε όλες τις αποφάσεις του κοινοβουλίου.
«Το εκλογικό σώμα στη χώρα μου έχει βαρεθεί την διαφθορά και την οικογενειοκρατία. Το κόμμα μας ασφαλώς και δεν θα καταφέρει να λύσει όλα τα προβλήματα μονομιάς, όμως θα προσφέρει μια σειρά από νέους κανόνες βάσει των οποίων λειτουργούμε κι εμείς εσωτερικά μέσα στην παράταξη», τονίζει με ρεαλισμό η Γιονσντότιρ.
Ωστόσο, η ποιήτρια, συγγραφέας κι ενεργή ακτιβίστρια Γιονσντότιρ, που είναι εκείνη που ίδρυσε το κόμμα στις 24 Νοεμβρίου 2012, φροντίζει να κρατάει χαμηλούς τόνους, υποστηρίζοντας πως «δεν ξέρω γιατί απολαμβάνουμε τόσης εμπιστοσύνης από τον κόσμο, είμαστε όλοι έκπληκτοι και ευγνώμονες. Όμως λαμβάνουμε αυτά τα ποσοστά κυρίως ως ένδειξη της έλλειψης εμπιστοσύνης προς τα συμβατικά κόμματα».
Ο ισχυρισμός της είναι σωστός, αλλά… έτερον εκάτερον: η λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις που κόντεψαν να οδηγήσουν την χώρα στο χείλος της οικονομικής κατάρρευσης τον Οκτώβριο του 2008 μετατράπηκε γρήγορα σε ξεκάθαρη λαϊκή προτίμηση προς την κατεύθυνση όλων εκείνων των νέων κομμάτων που σκέφτονταν… εναλλακτικά. «Έξω από το κουτί», που λένε και οι Βρετανοί.
Ένα πρώτο σημάδι εναλλακτικής σκέψης ήταν πως με πρωτοβουλία του κόμματος των Πειρατών, πριν μερικούς μήνες, η Ισλανδική Βουλή κατάργησε έναν... απαρχαιωμένο νόμο περί βλασφημίας.
Η πρόταση των τριών βουλευτών των Πειρατών, του Γιόν Πορ Oλαφσον, του Χέλγκι Γκούναρσον και της Γιονσντότιρ, έγινε με αφορμή την τρομοκρατική επίθεση στα γραφεία του σατιρικού περιοδικού «Charlie Hebdo», στις 7 Ιανουαρίου 2015.
Στο νέο νομοσχέδιο χαρακτηρίστηκε ως«ουσιώδης η δυνατότητα των πολιτών να εκφράζονται ελεύθερα χωρίς τον φόβο της τιμωρίας», ανατρέποντας ουσιαστικά τον νόμο περί βλασφημίας που είχε τεθεί σε ισχύ το 1940 και προέβλεπε ποινή φυλάκισης τριών μηνών ή επιβολή χρηματικού προστίμου για όσους «γελοιοποιούσαν ή προσέβαλαν τα δόγματα και τις λατρευτικές εκδηλώσεις των αναγνωρισμένων θρησκειών».
Το μόνο σίγουρο είναι πως, αν τελικά γίνουν εκλογές, οι Πειρατές αν δεν καταφέρουν να αναδειχθούν πρώτο κόμμα, θα αποτελέσουν σημαντικό κομμάτι του επόμενου κυβερνητικού συνασπισμού που θα αναλάβει τα ηνία της χώρας.
Είναι όμως δυνατό κάτι τέτοιο;
«Σε αυτούς τους παράξενους καιρούς που ζούμε, όλα είναι πιθανά» καταλήγει με νόημα η Γιονσντότιρ.
