- Mέσα σε λίγες ημέρες και παρά το γεγονός ότι στις αγορές κυκλοφορούν ελάχιστα ομόλογα, η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ξεπέρασε το 7,3% σημειώνοντας μια ημερήσια άνοδο της τάξης του 2,89%
Σε ντόμινο αρνητικών εξελίξεων στην ελληνική οικονομία, οδηγεί το «ναυάγιο» του Eurogroup, με πρώτα «θύματα»...μεγάλες εξαγωγικές επιχειρήσεις (ΜΟΗ, Τιταν, Μυτιληναίος κα).
Κι αυτό γιατί η αδυναμία συμφωνίας με τους δανειστές δεν επιβαρύνει μόνο την απόδοση στα ελληνικά κρατικά ομόλογα. Το ρίσκο της ώρας αυξάνεται και οδηγεί τις ελληνικές επιχειρήσεις εκτός των διεθνών αγορών με συνέπεια να μην μπορούν να μειώσουν το κόστος δανεισμού έναντι των ανταγωνιστών τους.
Mέσα σε λίγες ημέρες και παρά το γεγονός ότι στις αγορές κυκλοφορούν ελάχιστα ομόλογα, η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ξεπέρασε το 7,3% σημειώνοντας μια ημερήσια άνοδο της τάξης του 2,89%.
Η εξέλιξη αυτή παρόλο που δεν έχει καμία πρακτική επίδραση στην Ελλάδα επιβαρύνει περαιτέρω το επενδυτικό κλίμα καθώς δεκάδες fund είχαν συνδυάσει στην στρατηγική τους τόσο την αγορά ελληνικών ομολόγων όσο και την αγορά τραπεζικών μετοχών.
Εφόσον η Ελλάδα προχωρούσε στη δεύτερη αξιολόγηση τότε μερικούς μήνες μετά (Μάρτιο ή Ιούνιο) η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα έδινε την έγκριση για τη συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Έτσι, οι τιμές θα αυξάνονταν αφού θα υπήρχε σταθερός αγοραστής. Παράλληλα, όμως, με την άνοδο των τιμών των ομολόγων, αρκετές ελληνικές επιχειρήσεις (εξαγωγικές) θα δοκίμαζαν την έξοδο τους στις διεθνείς αγορές προκειμένου να δανειστούν με επιτόκια 3-4%. Παρόλο που 2-3 μπορούν να προσφέρουν ως εγγυήσεις τις μονάδες και τα πάγια περιουσιακά στοιχεία, μέσα σ' ένα τέτοιο αρνητικό κλίμα, καθίσταται αδύνατη η έξοδος ελληνικών εταιρειών στις διεθνείς ομολογιακές εκδόσεις. Αυτός είναι ο λόγος άλλωστε για τον οποίο πολλές εισηγμένες έχουν αρχίσει να κοιτούν προς την αγορά ομολόγων του Χρηματιστηρίου Αθηνών.
Σύμφωνα με πληροφορίες δυο εισηγμένες (ΕΛ.ΠΕ.-ΟΠΑΠ) εξετάζουν την προσφυγή στην ελληνική λιανική επενδυτική για εκδόσεις που δεν θα ξεπεράσουν τα 200 εκατ. ευρώ μ ένα κουπόνι (3-4%).
