Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

Με κότερα, νταλίκες και δέματα βγαίνουν από την Ελλάδα οι κλεμμένες αρχαιότητες



  • Μόνο από τα σύννεφα δεν πέφτουν οι αρχαιολόγοι με τον εντοπισμό της σπείρας αρχαιοκαπήλων στην Πελοπόννησο, η οποία είχε και διεθνή πλοκάμια. 


Εκτός από το ότι στην ευρύτερη περιοχή έχουν γίνει τρεις... συλλήψεις για αρχαιοκαπηλία από τις αρχές της χρονιάς, είναι γνωστό πως, δυστυχώς, οι πωλήσεις των αρχαιοτήτων γίνονται κατά μείζονα λόγο στο εξωτερικό.

Περισσότερα από δύο χιλιάδες αρχαία νομίσματα, γνήσια όπως όλα δείχνουν, περίπου 126 αρχαία αντικείμενα ανάμεσα στα οποία χρυσά κοσμήματα, θρησκευτικές εικόνες με έντονα τα σημάδια της φθοράς του χρόνου, δύο μεσαιωνικά σπαθιά, και αγάλματα που βρέθηκαν σε πηγάδι και αναφέρονται ως μεσαιωνικά, εξετάζονται από τους αρχαιολόγους της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αχαΐας. Πρώτη μέριμνα να καταγραφούν αναλυτικά και στη συνέχεια να διαπιστωθεί η γνησιότητά τους. Συνήθως, ανάμεσα σε γνήσιους θησαυρούς, γίνεται προσπάθεια να πωληθούν και πλαστά. Ο αρχαιολογικός νόμος ορίζει πως αν τα κλοπιμαία έχουν εμπορική αξία πάνω από 150.000 ευρώ, η παραπομπή γίνεται για κακούργημα.

Την εμπορική αξία των αντικειμένων υπολογίζει ειδική επιτροπή που ορίζεται από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο. Στην προκειμένη περίπτωση πάντως, αποκλειστικές πληροφορίες μας από αρχαιολογικούς κύκλους λένε πως κατά πάσα πιθανότητα για κακούργημα θα παραπεμφθούν. Προς το παρόν, όλα τα κατασχεμένα, θα μεταφερθούν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πατρών.

Ποιοι είναι όμως εκείνοι που πωλούν τους πολιτιστικούς θησαυρούς των χωρών τους σε αρχαιοκάπηλους; Πρόθυμοι μικροκακοποιοί, μεσάζοντες που κάνουν περιουσίες, αρχαιοπώλες που θησαυρίζουν, μουσεία και συλλέκτες ανά τον κόσμο που αγοράζουν χωρίς να τηρούν διεθνείς κανόνες. Αυτοί όλοι, χιλιάδες άνθρωποι, αποτελούν το κύκλωμα της αρχαιοκαπηλίας, το τρίτο πιο κερδοφόρο παράνομο εμπόριο στον κόσμο μετά τα όπλα και τα ναρκωτικά. Τέταρτο έρχεται το trafficking.

Εκατομμύρια ευρώ δαπανώνται κάθε χρόνο για την αγορά κλεμμένων ή λαθραία ανεσκαμμένων αρχαιοτήτων. Παρότι τα μουσεία έχουν θεσπίσει ειδικό κώδικα σύμφωνα με τον οποίο δεν αγοράζουν αρχαιότητες χωρίς συγκεκριμένη και καθαρή προέλευση, πάντοτε υπάρχουν «παραθυράκια». Μεγάλοι οίκοι δημοπρασιών (Sotheby's, Christie's κ.ά.) μονίμως κάνουν τερτίπια, αναφέροντας στους καταλόγους των δημοπρασιών «ιδιωτική συλλογή» ως προέλευση, αν και μπορεί να μην έχει ούτε ψήγμα αλήθειας κάτι τέτοιο. Μπορεί το αντικείμενο να προέρχεται από λαθρανασκαφή και να κρατήθηκε σε αποθήκες κυκλωμάτων ώσπου να «ξεπλυθεί».

Από πού ξεκινούν όλα; Χώρες όπως η Ελλάδα, η Αίγυπτος, η Ιταλία, η Κύπρος, η Τουρκία, όλες οι ευρωπαϊκές και μεσογειακές χώρες δηλαδή, δεν πωλούν καθόλου αρχαία. Οι νόμοι τους θεωρούν τα αρχαία ιδιοκτησία του κράτους. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η κρατική υπόσταση των αρχαιοτήτων επιβεβαιώνεται και από το Σύνταγμα. Ίδιοι ή άλλοι νόμοι απαγορεύουν τις ανασκαφές από τρίτους και επιτρέπουν μόνο από την αρχαιολογική υπηρεσία ή από αρχαιολογικές σχολές και πανεπιστήμια, τα οποία όμως επίσης δεν επιτρέπεται να πωλούν αρχαιότητες. Αρχαία στις χώρες αυτές μπορεί να αγοράσει κάποιος μόνο από τα επίσημα αρχαιοπωλεία, τα οποία συνήθως έχουν παραστατικά εισαγωγής τους από το εξωτερικό.

Με ειδική συνθήκη της η UNESCO ορίζει ότι μουσεία, συλλέκτες και αρχαιοπώλες δεν πρέπει να αγοράζουν αρχαία των οποίων η προέλευση ήταν άγνωστη πριν από το έτος 1970. Τεχνητό το όριο. Πάντως αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα ως προς το να πωλούνται αρχαία που έχουν παράνομα ανασκαφεί από εκείνο το σημείο και μετά. Υποτίθεται ότι είναι έτσι.

Νόμοι τρίτων κρατών και ιδίως των ΗΠΑ, που αποτελούν πηγή αποδοχής κλεμμένων αρχαιοτήτων, ορίζουν πως αν ένα αρχαίο παρουσιαστεί σε έκθεση ή δημοσίευση το κράτος στο οποίο ανήκει πρέπει να υποβάλει αίτημα διεκδίκησής του σε μικρό χρονικό διάστημα: μηνών για την Αμερική, ενός ή δύο ετών για ευρωπαϊκές χώρες.

Οι νόμοι των χωρών που πλήττονται από την αρχαιοκαπηλία δεν είναι πάντοτε αυστηροί. Ο δικός μας 3028, γνωστός και ως «αρχαιολογικός νόμος» είναι αυστηρός και παραπέμπει για κακούργημα όποιον συλληφθεί να εμπορεύεται αρχαίο αξίας άνω των 150.000 ευρώ.

Δεν γλυτώνουμε όμως από την αρχαιοκαπηλία με νόμους. Οι αριθμοί των παρανόμως διακινούμενων ευρημάτων είναι ασύλληπτοι. Για κάθε ένα που καταφέρνουν να κατασχέσουν οι αρμόδιες αρχές, υπάρχουν χιλιάδες που ξέφυγαν.

Οι δρόμοι της παράνομης διακίνησης αρχαιοτήτων είναι γνωστοί. Έστω ότι κάποιος σκάβει στο χωράφι του ή σε ξένο χωράφι ψάχνοντας για αρχαία. Βρίσκει κάτι και αποφασίζει να μη το παραδώσει στο υπουργείο Πολιτισμού αλλά να το πωλήσει στην αγορά διακίνησης λαθραίων αρχαιοτήτων. Δεν γνωρίζει ότι θα πάρει το ένα χιλιοστό της τελικής τιμής του προϊόντος. Μάλιστα, σε μερικές χώρες όπως η Κίνα, ίσως και να τον εκτελέσουν. Αλλά αυτό δεν τον συγκρατεί.

Στη συνέχεια, μικροκακοποιοί, μέλη παράνομων κυκλωμάτων, τον φέρνουν σε επαφή με τους «ανώτερούς τους» στην αρχαιοκαπηλία. Εκείνοι παζαρεύουν και αγοράζουν. Στη συνέχεια φυγαδεύουν το αρχαίο με δύο τρόπους: είτε δια ξηράς, μέσα σε νταλίκες και ανάμεσα σε λαχανικά, κρέατα ή ακόμα και κάρβουνο. Είτε δια θαλάσσης, όπου και είναι αδύνατος ο εντοπισμός, καθώς κότερα και φουσκωτά πλέουν σε όλα τα χωρικά μας ύδατα και πολύ εύκολα περνούν στα διεθνή χωρικά ύδατα.

Σε κάθε περίπτωση, εκτός αν είναι πολύ ογκώδες, το αρχαίο «μεταμφιέζεται».

Πίνακες τυλίγονται ρολά, ή διπλώνονται και μπαίνουν σε δεύτερους πάτους στις βαλίτσες. Γλυπτά πασαλείβονται με φούμο ή χειρότερα υλικά. Το ιταλικό γλυπτό «Γρύπες που κατασπαράσσουν λέοντα» που επεστράφη στην Ιταλία από το Γκετύ, είχε βουτηχτεί στα γράσα, ώστε να μη φαίνονται η αξία και η αυθεντικότητά του.

Προορισμός συνήθως είναι η Ελβετία, που έχει ακόμα γκρίζες ζώνες. Εκεί τα αρχαία μπορούν να παραμείνουν χωρίς να περνούν από έλεγχο αστυνομίας ή τελωνείου. Όταν ιταλοί καραμπινιέροι έκαναν εφόδους σε αποθήκες αρχαιοπωλών κατάφεραν να κατασχέσουν αρχαία, κατά τη διάρκεια εφόδου για την υπόθεση του περιβόητου αρχαιοπώλη Μπεκίνα, έμειναν όλοι άναυδοι. Μαζί κατασχέθηκαν και φωτογραφίες πολαρόιντ που δείχνουν αρχαιότητες οι οποίες διακινούνται παράνομα. Με βάση το αρχείο, η γειτονική μας χώρα έχει καταφέρει να πάρει πίσω πολλά αντικείμενα από μουσεία και οίκους δημοπρασιών.

Στις γκρίζες αυτές ζώνες τα αρχαία μένουν μεγάλο χρονικό διάστημα επειδή πρέπει να ξεπλυθούν με την αγορά άσχετων πιστοποιητικών από άλλα αρχαία ή με την κατασκευή τους. Μερικά πιστοποιητικά που αφορούν σε μικρά κομμάτια, μετατρέπονται ώστε να φαίνεται πως περιγράφουν τα μεγάλα και πανάκριβα.

Από εκεί και πέρα μέσω πολαρόιντ γίνονται οι προτάσεις σε υποψήφιους αγοραστές. Οι αρχαιοπώλες που τα διακινούν είναι πασίγνωστοι και ασύλληπτοι. Στη συνέχεια αγοράζονται από μουσεία ή συλλέκτες για εκατοντάδες χιλιάδες ίσως και εκατομμύρια δολάρια. Ο κρατήρας του Ευφρονίου είχε αγοραστεί από το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης αντίο ενός εκατομμυρίου το 1970. Τότε το ποσόν ήταν τεράστιο. Η Αφροδίτη της Μοργκαντίνα στοίχισε στο Γκετύ 18 εκατομμύρια. Είναι το μόνο που μπορεί να τους «τσούξει» και να τους κάνει να περιορίσουν την δραστηριότητά τους. Τα όσα προσφέρονται συνοδεύονται, βεβαίως, από εκθέσεις ειδικών αρχαιολόγων που βεβαιώνουν ότι είναι αυθεντικά.

Έτσι πείθεται κάποιο ίδρυμα να ανοίξει τα ταμεία του. Λέγεται ότι το άγαλμα το λεγόμενο «Ο έφηβος του Ζααρμπρύκεν» το οποίο έχει πλέον η χώρα μας, έφτασε μέχρι τη Μάριον Τρου του μουσείου Γκετύ με βεβαίωση αυθεντικότητας και εκείνη πρόσφερε 6 εκατομμύρια δολάρια- αλλά ευτυχώς δεν πρόλαβε και τον κατασχέσαμε στη Γερμανία.

Στη συνέχεια, το μουσείο ή ο συλλέκτης παρουσιάζουν δημόσια δοκιμαστικά κάτι από τα κλεμμένα και περιμένουν. Αν δεν υπάρξουν αντιδράσεις, τότε συνεχίζουν το ξεπούλημα.

Ακόμα όμως και αν τους πιάσουν, είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδειχθεί πως αυτά προέρχονται από τη χώρα που ενδιαφέρεται αλλά και ότι ανασκάφηκαν πρόσφατα. Μια περίπτωση στην οποία σταθήκαμε τυχεροί ήταν ο Θησαυρός των Αηδονιών. Η εφορεία αρχαιοτήτων είχε κάνει ανασκαφές στον χώρο αμέσως μόλις αποκαλύφθηκε η λαθρανασκαφή. Ετσι είχαμε πανομοιότυπα ευρήματα με αυτά που βρίσκονταν στα χέρια αμερικανού αρχαιοπώλη.

Τα ανωτέρω αφορούν μονάχα αντικείμενα άγνωστα. Τα καταγεγραμμένα, δημοσιευμένα και- ιδίως- αναρτημένα στο διαδίκτυο, είναι πολύ δύσκολο να πωληθούν. Ωστόσο και αυτά αποτελούν αντικείμενο κλοπής. Τα παραγγέλνουν συλλέκτες οι οποίοι ή τα κρατούν κρυμμένα στις ιδιωτικές συλλογές τους ή κλειδωμένα σε υπόγεια καταφύγια- θησαυροφυλάκια και τα θαυμάζουν μόνο εκείνοι περιμένοντας, πιθανώς, το πέρασμα των δεκαετιών για να τα βγάλουν.

Αντιγόνη Καρατάσου

Blog Widget by LinkWithin